Γιάννης Ρίτσος «Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού»

Image

Χτες βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά. Είχανε κλείσει ένα
σωρό τζιτζίκια στο κουτί των μολυβιών, και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν
κάτου απ’ το προσκεφάλι τους ένα τραγούδι που το ξέραν τα παιδιά από
πάντα και το ξεχνούσαν με τον ήλιο.
Χρυσά βατράχια κάθονταν στις άκρες των ποδιών χωρίς να βλέπουν
στα νερά τη σκιά τους, κι ήτανε σα αγάλματα μικρά της ερημιάς και της
γαλήνης.
Τότε το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κι έπεσε στο πυκνό χορτάρι.
Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα.
Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι κι όλη
τη νύχτα παίζανε στον κάμπο.
Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά, κι όπου
πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα.
Μα, ευτυχώς, οι μεγάλοι δεν ξέρουν πολλά, δεν καλοβλέπουν.
Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν.
Γι’ αυτό τα παιδιά κρύβουνε τα χρυσωμένα χέρια τους στις άδειες
τσέπες, μην τα μαλώσει η μάνα τους που όλη τη νύχτα παίζανε κρυφά
με το φεγγάρι.

~

Φέρε το ξύλινο αλογάκι με την κόκκινη σέλα, να κυνηγήσουμε τους
ίσκιους των νερών προτού μας προφτάσει το βράδυ με τα μεγάλα
παραμύθια της χειμωνιάτικης φωτιάς.
Δεν πάει καιρός που ο ήλιος κρεμούσε χρυσά κρόσσια στις πόρτες
του δάσους.
Οι θάμνοι γδύνονταν την πράσινη σοδιά τους και λουζόνταν κρυφά
στο ποτάμι.
Τα μεσημέρια που κοιμόνταν οι μεγάλοι, τα παιδιά φεύγαν απ’ τα
σπίτια, κυλιόντουσαν στα χόρτα, δαγκώνανε τα φύλλα της αλυγαριάς κι
αγκάλιαζαν τα δέντρα.
Όλο το δάσος μύριζε γυμνή γυναίκα.
Μεγάλες πεταλούδες μαρτυρούσανε τα μυστικά της άνοιξης κι οι
σαύρες με τα σμαραγδένια μάτια ολάνοιχτα κρυφάκουγαν περίεργες
πίσω απ’ τις πέτρες.
Εμείς δεν βλέπαμε το φράχτη.
Παρακαλέσαμε ύστερα τις κάργιες να μην πουν τίποτα της μάνας μας
για ότι γίνηκε πίσω απ’ τα δέντρα που στάζαν ρετσίνι.

~

Δεν αγαπάμε τα ξαδέλφια μας που ‘ρθαν απ’ την πρωτεύουσα και
φοράνε διπλές φανέλες κι όλη την ώρα συναχώνουνται.
Περπατάμε ξυπόλητοι στο ζεστό χώμα, γδυνόμαστε κάτου απ’ τα
πλατάνια και παλεύουμε, παίζουμε πετροπόλεμο, αμολάμε χαρταϊτούς
και λουζόμαστε στο ποτάμι μαζί με τα κοτσύφια και τις πέρδικες.
Έχουμε κρύψε στη σάκα του σχολείου ένα κουτί χρυσόμυγες και τις
ακούμε να βουίζουν στο μάθημα της αριθμητικής.
Μήτε στιγμή δε μένουμε στο σπίτι.
Πάμε στα λιβάδια και στήνουμε το δόκανο.
Πάνου στ’ αλώνια οι θημωνιές γυαλίζουν σα γυμνά βυζιά και τα’
άλογα αφηνιάζουν κάθε μεσημέρι, πατούν στα στάχυα και χάνουνται
καλπάζοντας μέσα στο δάσος.
Ώσπου έρχεται το βράδυ, και τ’ άλογα γυρίζουν ήμερα στις αυλές κι
οι τεμπέλες οι χελώνες μαζεύουν μαργαρίτες μέσα στα σιωπηλά
χωράφια.
Η ώρα μυρίζει ιδρώτα και ρετσίνι και καθώς ανεβαίνει ο βραδινός
καπνός πάνου απ’ τις στέγες κι εμείς καθόμαστε ακόμη στο δρόμο
μαζεύοντας αστέρια για να πιστέψει η μάνα μας πως κάτι κάναμε κι
εμείς και πως δεν πήγε κατ’ ανέμου ο μόχτος της κι η μέρας μας.
Όμως οι μεγάλοι δε ξέρουν που κοιτάμε εμείς, δεν ξέρουν το δικό
μας θερισμό κι ούτε μπορούν να φάνε απ’ το δικό μας στάρι.
Ωστόσο εμείς χαϊδεύουμε τα κουρασμένα χέρια της μητέρας μας ενώ
κοιτάζουμε μακριά, τη μεγάλη άρκτο με το χρυσόμαλλο τομάρι.
ΜΗΤΕΡΑ, μη θυμώνεις μαζί μας που δεν μπορούμε να κάτσουμε
σπίτι.
Ο ήλιος μας φωνάζει.

~

ΦΩΝΑΞΑΜΕ τον πλανόδιο φωτογράφο που πέρναγε το πρωί στον
κάμπο.
Κάτσαμε κάτου απ’ τις αμυγδαλιές, βάλαμε στη μέση τη γιαγιά και
τον παππού και σφίγγαμε τα χείλια μη γελάσουμε καθώς κοιτούσαμε το
στρογγυλό τζαμάκι που ‘μιαζε με το μάτι της νυσταγμένης αγελάδας.
Στην φωτογραφία δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά λουλούδια, πεταλούδες
και ήλιος.
Γέλασε κι η γιαγιά μαζί με τον παππού γιατί δεν είμαστε παρά
λουλούδια, πεταλούδες και ήλιος.

~

ΑΛΛΟΤΕ διαβάζαμε τα μαθήματα μας, κάναμε την προσευχή μας
και λέγαμε πως δυό και δυό κάνουνε τέσσερα.
Τώρα, δυό λουλούδια και δυό αχτίνες δεν κάνουνε τέσσερα – κάνουνε
την ψυχή μας.
Κι ένα τριαντάφυλλο και μια πεταλούδα δεν κάνουν δυό – κάνουν ένα
Θεό.
Κι ένας Θεός κάνει όλα.
Λοιπόν, η ψυχή μας μαζί με την ψυχή του Θεού πόσα κάνει;
Ο δάσκαλος δεν ξέρει.
Εμείς το ξέρουμε πως κάνει: ένα.
Το διαβάσαμε σήμερα στο ανοιχτό βιβλίο του ήλιου, σήμερα που
ξεχάσαμε όλα τα βιβλία.

[αποσπάσματα]

Advertisements

Παυλίνα Μάρβιν

στις παιδικές μας κούνιες ποτέ

δεν είχαμε δει τις αλυσίδες

Δείτε την αρχική δημοσίευση

Νίκος Βλαχογιάννης «Το παιδί με τα ανάποδα λόγια»

Image

Σπίτια χαμηλά, ζωές ισόγειες, δρόμοι ακόμη στο χαλίκι και το χώμα, γυναίκες που σκουπίζουν τις αυλές, παιδιά μαθημένα στο ξύλο και το παιχνίδι στις αλάνες. Οι άντρες μυρίζουν ιδρώτα και τσιγάρο, μιλάνε λίγο και υποκρίνονται ότι εννοούν πολλά πίσω από τα σκληρά τους βλέμματα. Οι γυναίκες περνούν τις μέρες με το λερό φουστάνι, τη ρόμπα με τα παράσημα της λάτρας. Τις Κυριακές πλένουν τα μαλλιά τους, ευωδιάζουν λεβάντα, ντύνονται το μοναδικό καλό τους φόρεμα και βάζουν στο γκάζι το καλό φαί της εβδομάδας.
—-Ατραξιόν της γειτονιάς, το Σινέ Αφροδίτη, με μια ταμπέλα-κράχτη για όνειρα αμερικάνικα, γαλλικά και πότε-πότε ελληνικά. Ιδιοκτήτες, μια οικογένεια από τον Πόντο που αντάλλαξε τα προικιά της προσφυγιάς της, με την αγάπη του θεάματος. Άντρας, γυναίκα και δύο παιδιά, οι απόστολοι του νεωτερισμού, σε μια γειτονιά που διψάει για ξένο δάκρυ, δανεικό πάθος, κλεμμένη λάμψη, για να ξεφεύγει απ’ την καθημερινότητα του χωματόδρομου. Ο Θοδωρής, στα 14, φορτώνει τις μπομπίνες στη μηχανή προβολής, κόβει εισιτήρια, κάνει τα πρώτα του κλεφτά τσιγάρα κρυμμένος στις μπροστινές θέσεις του σινεμά, όσο οι δικοί του πουλάνε ψεύτικη ζωή στους θαμώνες-γείτονες. Το μυαλό του καταγράφει ασπρόμαυρες περιπέτειες, τα πρώτα έγχρωμα φιλιά, ονόματα-μύθους ενός κόσμου χιλιάδες μίλια μακριά από τη ζωή του. Αδυναμία του, οι άντρες πρωταγωνιστές που κινδυνεύουν ατσαλάκωτοι, μιλούν βαριά κι ασήκωτα ακόμη και στις πιο αδύναμες στιγμές τους και πάντα, μα πάντα, κερδίζουν τα φράγκα και το κορίτσι.
—-Στο φεγγοβόλημα του πανιού, με τις ακτίνες από τη μηχανή προβολής να σχίζουν τη νύχτα πάνω από το κεφάλι του, ο Θοδωρής θα δει καθισμένο στην πρώτη σειρά το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια. Κόρες διεσταλμένες, στυλωμένες σε έναν κόσμο ιριδίζοντα, μυρωδιά από νύχτα ιδρωμένη, δέρμα ανυποψίαστο. Το Κουρδιστό Πορτοκάλι κυματίζει στο πανί βία ξενόφερτη, μακρινή, άγνωστη-σώματα παραδομένα στα ένστικτα, μάσκες λιγότερο σκληρές από τα πρόσωπα που κρύβουν. Είναι μικροί για να καταλάβουν. Είναι μεγάλοι για να νιώσουν. Ο φακός θα σβήσει, η νύχτα θα ανάψει, η γειτονιά θα επιστρέψει στη φτώχεια της-ήσυχη στην ασφάλεια του τίποτα. Ο Θοδωρής θα κρατήσει τη μυρωδιά του μικρού, στον ύπνο του θα πει ψέματα, μα το πρωί θα σηκωθεί με τη γεύση του ανεκπλήρωτου στο στόμα του.
—-Φυλλώματα πυκνά, κλαριά που σπάνε στη ζέστη του μεσημεριού, στρώμα οι πευκοβελόνες και πάνω ένα σύμπαν από πέτρες στοιβαγμένες να θυμίζουν σπίτι. Το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια, μικρός θεός στα 10 του, στήνει ουρανό κι αστέρια κατά τη θέληση του. Βαπτίζει στερεώματα με οικεία ονόματα, κάθε δωμάτιο κι ένα άλλο παιδικό πρόσωπο, κάθε κρεβάτι κι ένα παραμύθι που ακόμη δεν τέλειωσε. Στο σύμπαν που πλάθει τα μυστικά τα κρύβει η μέρα, και τις αλήθειες τις φέρνει στο φως η νύχτα. Έτσι αντίστροφα κινείται ο κόσμος στο μυαλό του. Αυτή τη φιγούρα που άμα θέλει φέρνει τον κόσμο τούμπα, θα αντικρύσει ο Θοδωρής μπαίνοντας στο πέτρινο σύμπαν. Το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια θα δει στα μάτια του τις σκιές των ηρώων που θέλει να ζήσει ο Θοδωρής, το σώμα του θα γίνει καθρέπτης που θα ραγίσει στη βία του. Αγκάλιασμα πρόωρο. Σιωπή. Χέρια που σφίγγουν αντί να χαϊδεύουν. Λάθος. Φιλί στυφό. Σιωπή. Δαγκώματα στο στέρνο. Λάθος, κι ύστερα πάντα σιωπή.
—-Το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια θα αφήσει το παρόνομα του να σκουριάσει εκεί, κάτω από τα πεύκα. Δεν θα φτιάξει ποτέ ξανά κόσμους, ουρανός κι αστέρια θα μείνουν μισά στο μυαλό του, το πέτρινο σύμπαν θα το παρασύρει η βροχή της ηλικίας. Ο Θοδωρής και η οικογένεια του θα φύγουν πολύ σύντομα, αφήνοντας τη γειτονιά χωρίς όνειρα, στο έλεος του χωματόδρομου. Αργότερα θα συναντηθούν τυχαία στο λεωφορείο της τοπικής γραμμής. Γαντζωμένοι στο ίδιο χερούλι, θα αφήσουν τη σιωπή να πάρει το λόγο. Αυτή τη φορά κανένα λάθος. Γαντζωμένοι στην ίδια στιγμή, θα πάρουν επιτέλους εκδίκηση για το λυγμό που κάποτε τους ένωσε!

[http://www.staxtes.com]

Rainer Maria Rilke «Γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή»

Image

Να είμαστε μοναχικοί, όπως ήμασταν μοναχικοί στα παιδικά μας χρόνια, που οι μεγάλοι τριγύριζαν γύρω μας, κι ασχολούνταν με πράγματα, που μας φαίνονταν σημαντικά και μεγάλα, επειδή ακριβώς οι μεγάλοι έδειχναν τόσο πολυάσχολοι κι επειδή δεν καταλαβαίναμε το παραμικρό απ’ αυτά που κάνανε.

Όταν όμως κάποια μέρα διαπιστώσουμε ότι οι ασχολίες τους είναι μίζερες, τα επαγγέλματά τους απολιθωμένα και αποξενωμένα από τη ζωή, γιατί τότε να μην εξακολουθήσουμε να τα βλέπουμε    σαν παιδιά, σαν κάτι ξένο, μέσα από τα βάθη του δικού μας κόσμου, από την απεραντοσύνη της δικής μας μοναξιάς, που είναι η ίδια εργασία και αξίωμα και επάγγελμα; Γιατί να θέλουμε να ανταλλάξουμε το σοφό δεν καταλαβαίνω ενός παιδιού με την άρνηση και την περιφρόνηση, αφού το δεν καταλαβαίνω σημαίνει είμαι μόνος, ενώ η άρνηση και η περιφρόνηση σημαίνουν συμμετοχή στα πράγματα εκείνα, από τα οποία θέλουμε, με αυτά τα μέσα, να αποκοπούμε.

[…] τα παιδιά είναι πάντα ίδια, θλιμμένα κι ευτυχισμένα, όπως ήσασταν κάποτε κι εσείς -κι όταν θυμάστε τα παιδικά σας χρόνια, τότε ξαναζείτε ανάμεσά τους, ανάμεσα στα μοναχικά παιδιά, και οι μεγάλοι δεν είναι τίποτα, η αξιοπρέπειά τους δεν έχει καμιάν αξία.

Μάνος Χατζιδάκις «Τα παιδιά κάτω στον κάμπο»

Image

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο
δεν μιλάν με τον καιρό
μόνο πέφτουν στα ποτάμια
για να πιάσουν τον σταυρό.

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο
κυνηγούν εναν τρελό
τον επνίγουν με τα χέρια
και τον καίνε στον γυαλό.

Έλα κόρη της σελήνης,
κόρη του αυγερινού
Να χαρίσεις στα παιδιά μας
λίγα χάδια του ουρανού.

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο
κυνηγάνε τους αστούς
πετσοκόβουν τα κεφάλια
απο εχθρούς και απο πιστούς.

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο
κόβουν δεντρολιβανιές
και στολίζουν τα πηγάδια
για να πέσουν μεσα οι νιές.

Τα παιδιά μες τα χωράφια
κοροιδεύουν τον παπά
του φοράνε ολα τα άμφια
και το παν στην αγορά.

Έλα κόρη της σελήνης,
έλα και άναψε φωτιά.
Κοίτα τόσα παλικάρια
που κοιμούνται στη νυχτιά.

Τα παιδιά δεν έχουν μνήμη
τους προγόνους τους πουλούν
και ό,τι αρπάξουν δεν θα μείνει
γιατί ευθύς μελαγχολούν.

John Steinbeck

Image

Όταν είσαι παιδί, είσαι το κέντρο των πάντων. Όλα συμβαίνουν για χάρη σου. Οι άλλοι άνθρωποι; Δεν είναι παρά φαντάσματα που σου παρέχονται για να τους μιλάς.

Φοράω Μαύρα

art-bampw-black-and-white-dream-catcher-Favim.com-401490

της Ελένης Σβορώνου

Μια μικρή ιστορία για παιδιά, βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα από το κέντρο της Αθήνας.

-Κι εσένα πως σε λένε, μικρή μας;

-Καλά, ξανά θα τα λέμε; Τα έχω πει εκατό φορές. Πάμε πάλι. Με λένε Aisyah και είμαι Παναθηναϊκάρα. Ο Αlauddin, ο αδερφός μου, είναι βάζελος. Όχι, κάτσε. Τα μπέρδεψα. Εγώ είμαι βάζελος και εκείνος γάβρος . Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω δασκάλα γυμναστικής. Σαν την κυρία Περσεφόνη. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν κακιά. Βγήκαμε στην αυλή και μας είπε να μπούμε σε κύκλο. Με κοιτάει. Κοιτάζει τα παπούτσια μου δηλαδή. Γυρίζουν όλα τα παιδιά και καρφώνονται στα παπούτσια μου. Κι αρχίζουν να γελάνε. Κι εγώ να κλαίω. Και δεν είμαι κανένα κλαψιάρικο εγώ. Ο Alauddin ναι, είναι λίγο χέστης. Γιατί στραβομουτσουνιάζετε; Από τα Εκτάκια το έμαθα. Ξέρω κι άλλα τέτοια: μαλάκας, σκατά…καλά καλά δε συνεχίζω. Λοιπόν τα παπούτσια μου ήταν τα καλά μου τα πέδιλα. Που…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.767 επιπλέον λέξεις

Νικόλαος Ποριώτης «Ο κύριος Κανείς»

Image

Ποιος να ’ν’ αυτός ο «Κύριος Κανείς»;
Χτες, σαν καθίσαμε να πιούμε τσάι,
μπράμ, να σου τον, ένα φλιτζάνι σπάει
και βρέχει το φουστάνι της Φανής,
ο σκανταλιάρης «Κύριος Κανείς».

Κι ύστερα τσίμπησε την άσπρη γάτα,
έσπασε και δυο τρία καλά πιάτα,
εζούληξε του Γιάγκου το καπέλο,
και ξέσκισε της Έλλης μας το βέλο,
και μούγκριζε φρικτά σαν Ερινύς,
ο πεισματάρης «Κύριος Κανείς».

Έχει, θαρρώ, κακήν ανατροφή,
γιατί έβαλε μες στον καφέ μου αλάτι,
και μου έμπηξε καρφίτσες στο κρεβάτι,
και στο σκαμνί του μπέμπη ένα καρφί,
κι ύστερα τον ρωτούσε «που πονείς;»
ο κατεργάρης «Κύριος Κανείς».

Ποιος να ’ναι; Μπα! κανείς μας δεν τον ξέρει,
κανείς μας δεν τον είδε πουθενά…
Μ’ αυτός τα παιχνιδάκια μας χαλνά,
κι έσπασε και της πλύσης το πανέρι.
Δεν είναι, φαίνεται, καθόλου ευγενής
αυτός ο μάγκας «Κύριος Κανείς».

Δεν τον γνωρίζουμε! Ορκιζόμαστε.
Μας η μητερούλα μας χαμογελά
και λέγει πως τον ξέρουμε καλά
και πως δεν πρέπει να κρυβόμαστε
και ψέματα να λέμε στους γονείς,
γιατ’ είμαστε όλοι εμείς ο «Κύριος Κανείς».

Μιχάλης Γκανάς «Χριστουγεννιάτικη ιστορία»

Image

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δουν πως μεγαλώσαμε
να παρηγορηθούνε.

[απόσπασμα]

Χ2 «Το καλοκαίρι έξω από το παράθυρό μου»

Image

Γρίλιες κι ένα κομματιασμένο φως
θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια.
Πίσω από παράθυρα κλειστά
ράντσα, σεντόνια, χρώματα σβησμένα
ουλές αλμύρας για ένα καλοκαίρι.

Αφίσες, πόζες ηθοποιών, επαναστάσεις
σταυρόλεξα με το μολύβι κεντημένα –
λύσεις ερωτιδέων των αρχαρίων.
Για τους μικρούς θεούς του έρωτα μιλάω.

Κι έναν απ’ την παρέα που κάποια μέρα
δεν κατέβηκε στη θάλασσα.

Έτσι, για να σημάνουν
εκείνες οι βραχνές φωνές
στις μουσικές που ακούγαμε
τα μεσημέρια.

Αρχείο

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Μαζί με 27 ακόμα followers

Αρέσει σε %d bloggers: