Νίκος Βλαχογιάννης «Το παιδί με τα ανάποδα λόγια»

Image

Σπίτια χαμηλά, ζωές ισόγειες, δρόμοι ακόμη στο χαλίκι και το χώμα, γυναίκες που σκουπίζουν τις αυλές, παιδιά μαθημένα στο ξύλο και το παιχνίδι στις αλάνες. Οι άντρες μυρίζουν ιδρώτα και τσιγάρο, μιλάνε λίγο και υποκρίνονται ότι εννοούν πολλά πίσω από τα σκληρά τους βλέμματα. Οι γυναίκες περνούν τις μέρες με το λερό φουστάνι, τη ρόμπα με τα παράσημα της λάτρας. Τις Κυριακές πλένουν τα μαλλιά τους, ευωδιάζουν λεβάντα, ντύνονται το μοναδικό καλό τους φόρεμα και βάζουν στο γκάζι το καλό φαί της εβδομάδας.
—-Ατραξιόν της γειτονιάς, το Σινέ Αφροδίτη, με μια ταμπέλα-κράχτη για όνειρα αμερικάνικα, γαλλικά και πότε-πότε ελληνικά. Ιδιοκτήτες, μια οικογένεια από τον Πόντο που αντάλλαξε τα προικιά της προσφυγιάς της, με την αγάπη του θεάματος. Άντρας, γυναίκα και δύο παιδιά, οι απόστολοι του νεωτερισμού, σε μια γειτονιά που διψάει για ξένο δάκρυ, δανεικό πάθος, κλεμμένη λάμψη, για να ξεφεύγει απ’ την καθημερινότητα του χωματόδρομου. Ο Θοδωρής, στα 14, φορτώνει τις μπομπίνες στη μηχανή προβολής, κόβει εισιτήρια, κάνει τα πρώτα του κλεφτά τσιγάρα κρυμμένος στις μπροστινές θέσεις του σινεμά, όσο οι δικοί του πουλάνε ψεύτικη ζωή στους θαμώνες-γείτονες. Το μυαλό του καταγράφει ασπρόμαυρες περιπέτειες, τα πρώτα έγχρωμα φιλιά, ονόματα-μύθους ενός κόσμου χιλιάδες μίλια μακριά από τη ζωή του. Αδυναμία του, οι άντρες πρωταγωνιστές που κινδυνεύουν ατσαλάκωτοι, μιλούν βαριά κι ασήκωτα ακόμη και στις πιο αδύναμες στιγμές τους και πάντα, μα πάντα, κερδίζουν τα φράγκα και το κορίτσι.
—-Στο φεγγοβόλημα του πανιού, με τις ακτίνες από τη μηχανή προβολής να σχίζουν τη νύχτα πάνω από το κεφάλι του, ο Θοδωρής θα δει καθισμένο στην πρώτη σειρά το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια. Κόρες διεσταλμένες, στυλωμένες σε έναν κόσμο ιριδίζοντα, μυρωδιά από νύχτα ιδρωμένη, δέρμα ανυποψίαστο. Το Κουρδιστό Πορτοκάλι κυματίζει στο πανί βία ξενόφερτη, μακρινή, άγνωστη-σώματα παραδομένα στα ένστικτα, μάσκες λιγότερο σκληρές από τα πρόσωπα που κρύβουν. Είναι μικροί για να καταλάβουν. Είναι μεγάλοι για να νιώσουν. Ο φακός θα σβήσει, η νύχτα θα ανάψει, η γειτονιά θα επιστρέψει στη φτώχεια της-ήσυχη στην ασφάλεια του τίποτα. Ο Θοδωρής θα κρατήσει τη μυρωδιά του μικρού, στον ύπνο του θα πει ψέματα, μα το πρωί θα σηκωθεί με τη γεύση του ανεκπλήρωτου στο στόμα του.
—-Φυλλώματα πυκνά, κλαριά που σπάνε στη ζέστη του μεσημεριού, στρώμα οι πευκοβελόνες και πάνω ένα σύμπαν από πέτρες στοιβαγμένες να θυμίζουν σπίτι. Το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια, μικρός θεός στα 10 του, στήνει ουρανό κι αστέρια κατά τη θέληση του. Βαπτίζει στερεώματα με οικεία ονόματα, κάθε δωμάτιο κι ένα άλλο παιδικό πρόσωπο, κάθε κρεβάτι κι ένα παραμύθι που ακόμη δεν τέλειωσε. Στο σύμπαν που πλάθει τα μυστικά τα κρύβει η μέρα, και τις αλήθειες τις φέρνει στο φως η νύχτα. Έτσι αντίστροφα κινείται ο κόσμος στο μυαλό του. Αυτή τη φιγούρα που άμα θέλει φέρνει τον κόσμο τούμπα, θα αντικρύσει ο Θοδωρής μπαίνοντας στο πέτρινο σύμπαν. Το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια θα δει στα μάτια του τις σκιές των ηρώων που θέλει να ζήσει ο Θοδωρής, το σώμα του θα γίνει καθρέπτης που θα ραγίσει στη βία του. Αγκάλιασμα πρόωρο. Σιωπή. Χέρια που σφίγγουν αντί να χαϊδεύουν. Λάθος. Φιλί στυφό. Σιωπή. Δαγκώματα στο στέρνο. Λάθος, κι ύστερα πάντα σιωπή.
—-Το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια θα αφήσει το παρόνομα του να σκουριάσει εκεί, κάτω από τα πεύκα. Δεν θα φτιάξει ποτέ ξανά κόσμους, ουρανός κι αστέρια θα μείνουν μισά στο μυαλό του, το πέτρινο σύμπαν θα το παρασύρει η βροχή της ηλικίας. Ο Θοδωρής και η οικογένεια του θα φύγουν πολύ σύντομα, αφήνοντας τη γειτονιά χωρίς όνειρα, στο έλεος του χωματόδρομου. Αργότερα θα συναντηθούν τυχαία στο λεωφορείο της τοπικής γραμμής. Γαντζωμένοι στο ίδιο χερούλι, θα αφήσουν τη σιωπή να πάρει το λόγο. Αυτή τη φορά κανένα λάθος. Γαντζωμένοι στην ίδια στιγμή, θα πάρουν επιτέλους εκδίκηση για το λυγμό που κάποτε τους ένωσε!

[http://www.staxtes.com]

Advertisements

Αρχείο

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Μαζί με 27 ακόμα followers

Αρέσει σε %d bloggers: