J. D. Salinger «Ο φύλακας στη σίκαλη» [το Φοιβάκι]

Image

Είναι πολύ ξηγημένη. θα σας άρεσε. Το μόνο κακό είναι που καμιά φορά είναι κάπως υπερβολικά τρυφερή. Είναι πολύ συναισθηματική, για παιδί. Στ’ αλήθεια. Ένα άλλο που κάνει, είναι που όλη την ώρα γράφει βιβλία. Μόνο που δεν τα τελειώνει. Όλα είναι για κάποιο παιδί που το λένε Χέηζελ Γουέδερφηλντ – μόνο που το Φοιβάκι τη γράφει «Χαζλ». Η Χαζλ Γουέδερφηλντ η παλιόφιλη, είναι κορίτσι ντετέκτιβ. Υποτίθεται πως είναι ορφανή, αλλά κάθε λίγο και λιγάκι κάπου ξεφυτρώνει κι ο γέρος της. Ο γέρος της είναι πάντα ένας «ψηλός γοητευτικός τζέντλεμαν, περίπου είκοσι χρονών». Αυτό με πεθαίνει. Α, το Φοιβάκι. Μα το Θεό θα σας άρεσε.

Μτφρ. Τζένη Μαστοράκη, Γράμματα, 1979, σελ. 83-84

Advertisements

Νίκος Βλαχογιάννης «Το παιδί με τα ανάποδα λόγια»

Image

Σπίτια χαμηλά, ζωές ισόγειες, δρόμοι ακόμη στο χαλίκι και το χώμα, γυναίκες που σκουπίζουν τις αυλές, παιδιά μαθημένα στο ξύλο και το παιχνίδι στις αλάνες. Οι άντρες μυρίζουν ιδρώτα και τσιγάρο, μιλάνε λίγο και υποκρίνονται ότι εννοούν πολλά πίσω από τα σκληρά τους βλέμματα. Οι γυναίκες περνούν τις μέρες με το λερό φουστάνι, τη ρόμπα με τα παράσημα της λάτρας. Τις Κυριακές πλένουν τα μαλλιά τους, ευωδιάζουν λεβάντα, ντύνονται το μοναδικό καλό τους φόρεμα και βάζουν στο γκάζι το καλό φαί της εβδομάδας.
—-Ατραξιόν της γειτονιάς, το Σινέ Αφροδίτη, με μια ταμπέλα-κράχτη για όνειρα αμερικάνικα, γαλλικά και πότε-πότε ελληνικά. Ιδιοκτήτες, μια οικογένεια από τον Πόντο που αντάλλαξε τα προικιά της προσφυγιάς της, με την αγάπη του θεάματος. Άντρας, γυναίκα και δύο παιδιά, οι απόστολοι του νεωτερισμού, σε μια γειτονιά που διψάει για ξένο δάκρυ, δανεικό πάθος, κλεμμένη λάμψη, για να ξεφεύγει απ’ την καθημερινότητα του χωματόδρομου. Ο Θοδωρής, στα 14, φορτώνει τις μπομπίνες στη μηχανή προβολής, κόβει εισιτήρια, κάνει τα πρώτα του κλεφτά τσιγάρα κρυμμένος στις μπροστινές θέσεις του σινεμά, όσο οι δικοί του πουλάνε ψεύτικη ζωή στους θαμώνες-γείτονες. Το μυαλό του καταγράφει ασπρόμαυρες περιπέτειες, τα πρώτα έγχρωμα φιλιά, ονόματα-μύθους ενός κόσμου χιλιάδες μίλια μακριά από τη ζωή του. Αδυναμία του, οι άντρες πρωταγωνιστές που κινδυνεύουν ατσαλάκωτοι, μιλούν βαριά κι ασήκωτα ακόμη και στις πιο αδύναμες στιγμές τους και πάντα, μα πάντα, κερδίζουν τα φράγκα και το κορίτσι.
—-Στο φεγγοβόλημα του πανιού, με τις ακτίνες από τη μηχανή προβολής να σχίζουν τη νύχτα πάνω από το κεφάλι του, ο Θοδωρής θα δει καθισμένο στην πρώτη σειρά το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια. Κόρες διεσταλμένες, στυλωμένες σε έναν κόσμο ιριδίζοντα, μυρωδιά από νύχτα ιδρωμένη, δέρμα ανυποψίαστο. Το Κουρδιστό Πορτοκάλι κυματίζει στο πανί βία ξενόφερτη, μακρινή, άγνωστη-σώματα παραδομένα στα ένστικτα, μάσκες λιγότερο σκληρές από τα πρόσωπα που κρύβουν. Είναι μικροί για να καταλάβουν. Είναι μεγάλοι για να νιώσουν. Ο φακός θα σβήσει, η νύχτα θα ανάψει, η γειτονιά θα επιστρέψει στη φτώχεια της-ήσυχη στην ασφάλεια του τίποτα. Ο Θοδωρής θα κρατήσει τη μυρωδιά του μικρού, στον ύπνο του θα πει ψέματα, μα το πρωί θα σηκωθεί με τη γεύση του ανεκπλήρωτου στο στόμα του.
—-Φυλλώματα πυκνά, κλαριά που σπάνε στη ζέστη του μεσημεριού, στρώμα οι πευκοβελόνες και πάνω ένα σύμπαν από πέτρες στοιβαγμένες να θυμίζουν σπίτι. Το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια, μικρός θεός στα 10 του, στήνει ουρανό κι αστέρια κατά τη θέληση του. Βαπτίζει στερεώματα με οικεία ονόματα, κάθε δωμάτιο κι ένα άλλο παιδικό πρόσωπο, κάθε κρεβάτι κι ένα παραμύθι που ακόμη δεν τέλειωσε. Στο σύμπαν που πλάθει τα μυστικά τα κρύβει η μέρα, και τις αλήθειες τις φέρνει στο φως η νύχτα. Έτσι αντίστροφα κινείται ο κόσμος στο μυαλό του. Αυτή τη φιγούρα που άμα θέλει φέρνει τον κόσμο τούμπα, θα αντικρύσει ο Θοδωρής μπαίνοντας στο πέτρινο σύμπαν. Το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια θα δει στα μάτια του τις σκιές των ηρώων που θέλει να ζήσει ο Θοδωρής, το σώμα του θα γίνει καθρέπτης που θα ραγίσει στη βία του. Αγκάλιασμα πρόωρο. Σιωπή. Χέρια που σφίγγουν αντί να χαϊδεύουν. Λάθος. Φιλί στυφό. Σιωπή. Δαγκώματα στο στέρνο. Λάθος, κι ύστερα πάντα σιωπή.
—-Το Παιδί με τα Ανάποδα Λόγια θα αφήσει το παρόνομα του να σκουριάσει εκεί, κάτω από τα πεύκα. Δεν θα φτιάξει ποτέ ξανά κόσμους, ουρανός κι αστέρια θα μείνουν μισά στο μυαλό του, το πέτρινο σύμπαν θα το παρασύρει η βροχή της ηλικίας. Ο Θοδωρής και η οικογένεια του θα φύγουν πολύ σύντομα, αφήνοντας τη γειτονιά χωρίς όνειρα, στο έλεος του χωματόδρομου. Αργότερα θα συναντηθούν τυχαία στο λεωφορείο της τοπικής γραμμής. Γαντζωμένοι στο ίδιο χερούλι, θα αφήσουν τη σιωπή να πάρει το λόγο. Αυτή τη φορά κανένα λάθος. Γαντζωμένοι στην ίδια στιγμή, θα πάρουν επιτέλους εκδίκηση για το λυγμό που κάποτε τους ένωσε!

[http://www.staxtes.com]

Rainer Maria Rilke «Γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή»

Image

Να είμαστε μοναχικοί, όπως ήμασταν μοναχικοί στα παιδικά μας χρόνια, που οι μεγάλοι τριγύριζαν γύρω μας, κι ασχολούνταν με πράγματα, που μας φαίνονταν σημαντικά και μεγάλα, επειδή ακριβώς οι μεγάλοι έδειχναν τόσο πολυάσχολοι κι επειδή δεν καταλαβαίναμε το παραμικρό απ’ αυτά που κάνανε.

Όταν όμως κάποια μέρα διαπιστώσουμε ότι οι ασχολίες τους είναι μίζερες, τα επαγγέλματά τους απολιθωμένα και αποξενωμένα από τη ζωή, γιατί τότε να μην εξακολουθήσουμε να τα βλέπουμε    σαν παιδιά, σαν κάτι ξένο, μέσα από τα βάθη του δικού μας κόσμου, από την απεραντοσύνη της δικής μας μοναξιάς, που είναι η ίδια εργασία και αξίωμα και επάγγελμα; Γιατί να θέλουμε να ανταλλάξουμε το σοφό δεν καταλαβαίνω ενός παιδιού με την άρνηση και την περιφρόνηση, αφού το δεν καταλαβαίνω σημαίνει είμαι μόνος, ενώ η άρνηση και η περιφρόνηση σημαίνουν συμμετοχή στα πράγματα εκείνα, από τα οποία θέλουμε, με αυτά τα μέσα, να αποκοπούμε.

[…] τα παιδιά είναι πάντα ίδια, θλιμμένα κι ευτυχισμένα, όπως ήσασταν κάποτε κι εσείς -κι όταν θυμάστε τα παιδικά σας χρόνια, τότε ξαναζείτε ανάμεσά τους, ανάμεσα στα μοναχικά παιδιά, και οι μεγάλοι δεν είναι τίποτα, η αξιοπρέπειά τους δεν έχει καμιάν αξία.

Louis-Ferdinand Céline «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας»

Image

Αν πρέπει σώνει και καλά ν’ αγαπάς κάτι, με τα παιδιά ρισκάρεις λιγότερα απ’ ό,τι με τους ενηλίκους, σου επιτρέπεται τουλάχιστον η ελπίδα ότι θα ‘ναι λιγότερο γομάρια από μας, αργότερα. Δεν ξέρεις.
Στην πελιδνή φατσούλα του, σιγοχόρευε εκείνο το απέραντο μικρό χαμόγελο της αγνής στοργής, που ποτέ δεν μπόρεσα να το ξεχάσω. Μια χαρμοσύνη για το σύμπαν ολόκληρο.
Ελάχιστα πλάσματα έχουν, άμα καβατζάρουν τα είκοσι, λίγη ακόμα απ’ αυτή την πηγαία στοργή, τη στοργή των ζώων. Ο κόσμος δεν είναι εκείνο που νομίζαμε! Αυτό είναι όλο! Αλλάξαμε λοιπόν κι εμείς μούτρα! Κι όχι λίγο! Αφού λαθέψαμε! Γινόμαστε σκέτα κτήνη, στο άψε σβήσε. Να τι μας απομένει στη φάτσα μετά τα είκοσι! Ένα λάθος! Η φάτσα μας δεν είναι παρά ένα λάθος.

Jean Paul Sartre «Οι λέξεις»

Image

Είμαι ένα σκυλί: χασμουριέμαι, τα δάκρυα τρέχουν, τα νιώθω να κυλάνε. Είμ’ ένα δέντρο, ο άνεμος γαντζώνεται απ’ τα κλαδιά μου και τα ταρακουνάει αόριστα. Είμαι μια μύγα, σκαρφαλώνω στο τζάμι, ύστερα κατηφορίζω, ύστερα πάλι ξανασκαρφαλώνω. Καμιά φορά νιώθω το χάδι του χρόνου που περνάει, κι άλλοτε πάλι -πολύ πιο συχνά- νιώθω το χρόνο να μην περνάει. Τρεμάμενες στιγμές πέφτουν από ψηλά, με καταπίνουν, αργοπεθαίνουν τσακισμένες στα δυο αλλά ακόμα ζωντανές, σαρώνονται κι άλλες τις αντικαθιστούν, πιο φρέσκιες μα το ίδιο μάταιες, κι αυτές οι αηδίες λέγονται «ευτυχία», η μητέρα μου, μού επαναλαμβάνει πως είμαι το πιο ευτυχισμένο αγόρι. Πώς να μην την πιστέψω αφού είν’ αλήθεια; Τη μοναξιά μου δεν την σκέφτομαι ποτέ, πρώτ’ απ’ όλα δεν ξέρω πώς να την ονομάσω, κι ύστερα δεν την καταλαβαίνω: αδιάκοπα με περιστοιχίζουν. Είναι το νήμα της ζωής μου, ο καμβάς των ευχαριστήσεών μου, η σάρκα των στοχασμών μου.

~

Ξανάγινα ο ταξιδιώτης χωρίς εισιτήριο που ήμουν στα εφτά μου χρόνια: ο ελεγκτής μπήκε στο διαμέρισμά μου, με κοιτάζει, λιγότερο αυστηρός από άλλοτε. Στην πραγματικότητα αυτό που θέλει είναι να φύγει και να μ’ αφήσει να τελειώσω ήσυχα το ταξίδι μου, φτάνει να του δώσω μια πιστευτή εξήγηση, αδιάφορο ποια, θα μείνει ευχαριστημένος, θα φύγει ικανοποιημένος. Δυστυχώς, δεν βρίσκω καμία και το χειρότερο, δεν έχω καν την επιθυμία ν’ αναζητήσω την οποιανδήποτε. Έτσι μένουμε φάτσα με φάτσα, μέσα στη δυσφορία, ως την πόλη Ντιζόν, όπου ξέρω πολύ καλά πως κανένας δεν με περιμένει.

Louis-Ferdinand Céline «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας»

Ariko

Έπεφτε κάμποσο κλάμα στο πανηγύρι λόγω των παιδιών 
που στριμώχνονταν κατά λάθος εδώ κι εκεί 
ανάμεσα στις καρέκλες και των άλλων επίσης που τους μαθαίναν 
ν' αντιστέκονται στις επιθυμίες τους, 
στις μικρές μεγάλες χαρές που θα τους δίναν τόσοι 
και τόσοι γύροι πάνω στα ξύλινα αλογάκια.
Πρέπει να επωφεληθείς απ' το πανηγύρι για να διαμορφώσεις 
χαρακτήρα. 
Δεν είναι ποτέ πολύ νωρίς για ν' αρχίσεις. 
Δεν το ξέρουν ακόμη τα πουλάκια μου πως όλα πληρώνονται. 
Θαρρούν πως είναι από καλοσύνη που, 
πίσω απ' τους φωτισμένους πάγκους, 
οι μεγάλοι προτρέπουν τους πελάτες ν' αγοράσουν 
τα θαύματα που τα σωρεύουν 
και τα εξουσιάζουν και τα περιφρουρούν με τσιριχτά χαμόγελα. 
Δεν γνωρίζουν το νόμο τα παιδιά. 
Είναι με σκαμπίλια που τους τον μαθαίνουν το νόμο 
οι γονείς και τα προστατεύουν απ' τις απολαύσεις.


Εκδ. Εστία, μτφρ. Σεσίλ Ιγγλέση-Μαργέλλου

Χρήστος Βακαλόπουλος «Οι πτυχιούχοι»

Υuko Κondo

"Ναι, αλλά τι συμβαίνει το τόσο τρομερό, 
το τόσο ενδιαφέρον, όταν είναι κανείς παιδί";
"Είναι όλα τεράστια", είπα. 
"Και οι διάρκειες είναι ασύλληπτες.
Ξεκινάς να πας στο μπαλκόνι και σταματάς 
μπροστά από μια πράσινη γυάλινη σφαίρα που περικλείει 
τρεις φοίνικες.
Είναι ένα αντικείμενο που υπάρχει στο χολ, 
δίπλα στο τηλέφωνο. 
Κάθεσαι και σκέφτεσαι: αν μείνω εδώ για λίγο 
κοιτάζοντας επίμονα αυτή τη σφαίρα, θα αρχίσει 
να βρέχει και θα γίνουν μούσκεμα οι πίθηκοι 
που κρύβονται μέσα στους φοίνικες.
Έτσι, θα αναγκαστούν να βγουν 
και να τρέχουν μέσα στο σπίτι 
κι εγώ θα ξαμοληθώ να τους κυνηγάω.
Ξεχνάς το μπαλκόνι και ξαναγυρίζεις 
στο δωμάτιό σου, 
βγάζεις έξω όλα τα στρατιωτάκια 
και στήνεις παγίδες στους πιθήκους, 
για την περίπτωση που θα σκάσουν μύτη. 
Αυτό σου παίρνει μισή ώρα, 
που αντιπροσωπεύει έναν αιώνα έντασης, 
εσωτερικού βουητού".

[απόσπασμα]

Δημήτριος Λιαντίνης «΄Εξυπνον Ενύπνιον»

Rinko Kawauchi

 
37. Τα παιδιά
Για το Rilke τα παιδιά αποτελούν την αρχοντική αντιπροσωπεία, 
τις Εξοχότητες του ανθρώπινου γένους. 
Γιατί συμβολίζουν τις άφθορες εικόνες 
ενός απωλεσμένου παραδείσου 
και δίνουν το εικαστικό μέτρο της καθαρότητας, 
που άγνιζε και αγάθυνε το αρχέτυπο της ανθρώπινης φύσης.
Αυτή μάλιστα η αναφορική προβολή τους 
σ' έναν κόσμο ανέγγιχτο από το κακό, 
που αφυπνίζει τη μάταιη νοσταλγία των μεγάλων 
για το απλησίαστο ιδανικό, προσδίδει στην εντέλεια 
της παράστασης του παιδιού κι ένας βάθος μελαγχολίας. 
Γιατί τα παιδιά γίνονται οδοδείχτες της χίμαιρας.
Δεν αναρριπίζουν στους μεγάλους τον πόθο μόνο  της κατάκτησης, 
αλλ' εξυπνούν και τον πόνο της αδυναμίας. 
Τα παιδιά για τους μεγάλους είναι δείγματα, αλλά και ενθυμήματα. 
Είναι της πραγματικότητας τα αριζήλωτα και τα πανευδαίμονα.  
Αλλά είναι και του ονείρου τα ανυπόφορα και τα αλγεινά.
Ο Rilke δεν πρωτοτυπεί στηρίζοντας στη φύση των παιδιών 
την επινόηση μιας θετικής μαρτυρίας.  
Απλώς συγκεφαλαιώνει και εκμεταλεύεται δημιουργικά, 
σ' ένα πλαίσιο φυλαγμένης αγνότητας, παραστάσεις, 
που οπωσδήποτε είχαν κεντρίσει 
την αγαθή ευαισθησία των μεγάλων πνευμάτων  του παρελθόντος.  

O Ηράκλειτος, ο Πλάτων, ο Ιησούς και ο Nietzsche ημπορούν  
να επιλεγούν πρόχειρα  σαν τα τυπικά παραδείγματα 
αυτής της ουσιαστικής συσχέτισης.
Το γεγονός ότι εν προκειμένω λείπουν οι ενδείξεις 
άμεσων επιδράσεων πιστοποιεί  την εγγενή σχέση του Rilke 
με τα πνεύματα αυτά. 
Ο ποτάμιος λόγος του Ηράκλειτου είναι σύμμετρος 
με το  βαθύ νόημα της παιδικότητας.  
Το 52 απόσπασμα ταυτίζει με μία δεινή μεταφορά 
το παιχνίδι της κοσμικής ανάγκης,  
που υποτάσσεται στην κοίτη της παντοδυναμίας του χρόνου,  
με την ακηλίδωτη δίαιτα της παιδικής ηλικίας. 
Για τον Ηράκλειτο το παιδί  είναι του κόσμου ο άρχων  
και ο παντοκράτωρ.
Και η διήγηση του Πλάτωνος, που αναφέρεται στο λόγο  
των ιερέων της Αιγύπτου,  πηγάζει από την ίδια εμπνοή. 
Ο Πλάτων στην εικόνα του παιδιού  περιέκλεισε όλη την ουσία  
του ελληνικού πνεύματος. 
Η απλότητα της πρότασης υποχρέωσε  το λόγο να είναι ιερατικός: 
Έλληνες αεί παίδες εστέ, γέρων δε Έλλην ουκ έστιν.

Κατά τρόπο ανάλογο ο Ιησούς αναγνωρίζει στα παιδιά 
και προσομολογεί δικαιώματα κληρονομίας στην ουράνια βασιλεία. 
Η φράση του ευαγγελιστή: ότι αυτών έστιν η βασιλεία 
και η ηρακλήτεια φράση: παιδός ή βασιλείη ακόμη 
και από εντελώς εξωτερική έποψη αιφνιδιάζουν.  
Ο Ιησούς εμπιστεύθηκε  τη δικαίωση του εξοχώτερου λόγου 
στον ταπεινότερο δέκτη.  
Το παιδί αποτελεί  το συμβολικό σημείο ομογνωμίας 
του προσωκρατικού Λόγου και της χριστιανικής διδασκαλίας.

Το τελευταίο παράδειγμα του Nietzsche είναι  
και το κατ' έξοχήν δραματικό. 
Γιατί δεν έχει μόνο γνωσιολογική σπουδαιότητα,  
αλλά συνοδεύεται και από μια συντριπτική ηθική φόρτιση.  
Ο Nietzsche δεν εδίδαξε απλώς τη βασιλεία του παιδιού,  
αλλά στο τέλος μεταμορφώθηκε και ο ίδιος σε παιδί. 
Το θεογονικό έπος του Zarathustra αρχίζει  
με το κεφάλαιο των τριών μεταμορφώσεων: 
Τρεις μεταμορφώσεις σε σας ξενοματίζω του πνεύματος: 
πως το πνεύμα καμήλα γίνεται και πως λιοντάρι η καμήλα 
και πως παιδί τέλος το λιοντάρι.

Ο Rilke στην παιδική ηλικία (Kindheit) 
βλέπει το περιεκτικό πλήρωμα μιας αθωότητας που προστατεύεται. 
Τα παιδιά εκπροσωπούν το αρχέγονο στάδιο της ανθρώπινης φύσης, 
κατά το οποίο είναι άγνωστη ακόμη η πτώση 
στην αδυναμία της ανθρώπινης δύναμης  
και η αιχμαλώσία στη φυλακή της νόησης. 
Η πράξη του παιδιού έχει την καθαρότητα της συμπεριφοράς του ζώου, 
ενώ δεν είναι ζώο,  αλλά και την προστασία του ηλικιωμένου ανθρώπου,  
ενώ δεν είναι άνθρωπος.
Αυτό τον αντιφατικό συνδυασμό της παιδικής ύπαρξης  
ο ποιητής τον δίνει με τη θεαματική σύνοδο 
της μαριονέττας και του αγγέλου (4,57). 
Η οντολογική μοναδικότητα του παιδιού του επιτρέπει 
να ζει έξω από το ασύνορο (η περιοχή του ζώου),  
αλλά έξω και από τον κόσμο της συνείδησης  
και της μοίρας (η περιοχή του ανθρώπου).  
Ενώ έχει την αθωότητα του ζώου δεν του λείπει η συνείδηση, 
και ενώ έχει την προστασία  του ανθρώπου,  
δεν γνωρίζει την ενοχή.  
Αλλ' εάν η αθωότητα πηγάζει από την ίδια του τη φύση  
(η αμεριμνησία του ανήλικου), την προστασία του την οφείλει 
σε πηγή έξω από τη φύση του  (η μέριμνα των ενηλίκων).

Επομένως το παιδί δεν ημπορεί να συστήσει κατάσταση αυτάρκειας.  
Η οντολογική του θέση  αποτελώντας ένα σημείο μεταβατικό 
με δύο διεξόδους και μία δυνατότητα εκλογής συνιστά 
το σκληρό σχήμα  του είτε... είτε.  
Είτε η επιστροφή στο ζώο (απροστάτευτη αθωότητα), 
είτε η προώθηση στον άνθρωπο (ένοχη προστασία). 
Ευτυχώς εκείνο που συμβαίνει είναι το δεύτερο δυστυχώς. 
Η ενηλικίωση του παιδιού συνεπάγεται την απόκτηση συνείδησης,  
το αναποδογύρισμα της όψης  του κόσμου (8, 6 - 8), 
την είσοδο στην απάτη του πολιτισμού  
και στη διαστροφή της ιστορίας.
Το παιδί δεν κατέχει την οντολογική αυτάρκεια,  
γιατί υποχρεούται να προχωρήσει στην κατάσταση του ενήλικου. 
Ο άνθρωπος όμως ημπορεί να κατακτήσει αυτή την αυτάρκεια, 
αν πετύχει να επιστρέψει στην κατάσταση του παιδιού, 
γεγονός που ο ποιητής θεωρεί δυνατόν. 
Ό,τι δεν ημπορεί το παιδί, επειδή γίνεται άνθρωπος,  
θα το ημπορέσει ο άνθρωπος, όταν γίνει παιδί.

Οι κάτοικοι του ενδοσύμπαντος της δεκάτης ελεγείας  
είναι πράγματι παράξενα όντα: Παιδιά που παίζουν, 
ερωτευμένοι που σιγομιλούν, 
οι ήμεροι σκύλοι και οι πρώιμοι νεκροί. 
Την επιστροφή του ανθρώπου στην κατάσταση του παιδιού  
ο Rilke την κατανοεί σαν το μεγάλο γεγονός της Αποκαστάστασης.  
Εάν ο άνθρωπος τρώγοντας για πρώτη φορά 
από το δέντρο της γνώσης κατάπεσε στην ενοχή, 
με τη μεταμόρφωσή του σε παιδί 
τρώγει για δεύτερη φορά  από το δέντρο της γνώσης  
και ξαναπέφτει στην αθωότητα. 
Αυτή είναι η απάντηση του Rilke  
στα καταδικαστικά συμπεράσματα του Kleist.  
Η επάνοδος τους ανθρώπου στο σύμπαν του παιδιού 
είναι η είσοδός του στο ενδοσύμπαν.

 Εκδ. Εποπτεία

Αρχείο

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Μαζί με 27 ακόμα followers

Αρέσει σε %d bloggers: