Rainer Maria Rilke «Γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή»

Image

Να είμαστε μοναχικοί, όπως ήμασταν μοναχικοί στα παιδικά μας χρόνια, που οι μεγάλοι τριγύριζαν γύρω μας, κι ασχολούνταν με πράγματα, που μας φαίνονταν σημαντικά και μεγάλα, επειδή ακριβώς οι μεγάλοι έδειχναν τόσο πολυάσχολοι κι επειδή δεν καταλαβαίναμε το παραμικρό απ’ αυτά που κάνανε.

Όταν όμως κάποια μέρα διαπιστώσουμε ότι οι ασχολίες τους είναι μίζερες, τα επαγγέλματά τους απολιθωμένα και αποξενωμένα από τη ζωή, γιατί τότε να μην εξακολουθήσουμε να τα βλέπουμε    σαν παιδιά, σαν κάτι ξένο, μέσα από τα βάθη του δικού μας κόσμου, από την απεραντοσύνη της δικής μας μοναξιάς, που είναι η ίδια εργασία και αξίωμα και επάγγελμα; Γιατί να θέλουμε να ανταλλάξουμε το σοφό δεν καταλαβαίνω ενός παιδιού με την άρνηση και την περιφρόνηση, αφού το δεν καταλαβαίνω σημαίνει είμαι μόνος, ενώ η άρνηση και η περιφρόνηση σημαίνουν συμμετοχή στα πράγματα εκείνα, από τα οποία θέλουμε, με αυτά τα μέσα, να αποκοπούμε.

[…] τα παιδιά είναι πάντα ίδια, θλιμμένα κι ευτυχισμένα, όπως ήσασταν κάποτε κι εσείς -κι όταν θυμάστε τα παιδικά σας χρόνια, τότε ξαναζείτε ανάμεσά τους, ανάμεσα στα μοναχικά παιδιά, και οι μεγάλοι δεν είναι τίποτα, η αξιοπρέπειά τους δεν έχει καμιάν αξία.

Advertisements

Δημήτριος Λιαντίνης «΄Εξυπνον Ενύπνιον»

Rinko Kawauchi

 
37. Τα παιδιά
Για το Rilke τα παιδιά αποτελούν την αρχοντική αντιπροσωπεία, 
τις Εξοχότητες του ανθρώπινου γένους. 
Γιατί συμβολίζουν τις άφθορες εικόνες 
ενός απωλεσμένου παραδείσου 
και δίνουν το εικαστικό μέτρο της καθαρότητας, 
που άγνιζε και αγάθυνε το αρχέτυπο της ανθρώπινης φύσης.
Αυτή μάλιστα η αναφορική προβολή τους 
σ' έναν κόσμο ανέγγιχτο από το κακό, 
που αφυπνίζει τη μάταιη νοσταλγία των μεγάλων 
για το απλησίαστο ιδανικό, προσδίδει στην εντέλεια 
της παράστασης του παιδιού κι ένας βάθος μελαγχολίας. 
Γιατί τα παιδιά γίνονται οδοδείχτες της χίμαιρας.
Δεν αναρριπίζουν στους μεγάλους τον πόθο μόνο  της κατάκτησης, 
αλλ' εξυπνούν και τον πόνο της αδυναμίας. 
Τα παιδιά για τους μεγάλους είναι δείγματα, αλλά και ενθυμήματα. 
Είναι της πραγματικότητας τα αριζήλωτα και τα πανευδαίμονα.  
Αλλά είναι και του ονείρου τα ανυπόφορα και τα αλγεινά.
Ο Rilke δεν πρωτοτυπεί στηρίζοντας στη φύση των παιδιών 
την επινόηση μιας θετικής μαρτυρίας.  
Απλώς συγκεφαλαιώνει και εκμεταλεύεται δημιουργικά, 
σ' ένα πλαίσιο φυλαγμένης αγνότητας, παραστάσεις, 
που οπωσδήποτε είχαν κεντρίσει 
την αγαθή ευαισθησία των μεγάλων πνευμάτων  του παρελθόντος.  

O Ηράκλειτος, ο Πλάτων, ο Ιησούς και ο Nietzsche ημπορούν  
να επιλεγούν πρόχειρα  σαν τα τυπικά παραδείγματα 
αυτής της ουσιαστικής συσχέτισης.
Το γεγονός ότι εν προκειμένω λείπουν οι ενδείξεις 
άμεσων επιδράσεων πιστοποιεί  την εγγενή σχέση του Rilke 
με τα πνεύματα αυτά. 
Ο ποτάμιος λόγος του Ηράκλειτου είναι σύμμετρος 
με το  βαθύ νόημα της παιδικότητας.  
Το 52 απόσπασμα ταυτίζει με μία δεινή μεταφορά 
το παιχνίδι της κοσμικής ανάγκης,  
που υποτάσσεται στην κοίτη της παντοδυναμίας του χρόνου,  
με την ακηλίδωτη δίαιτα της παιδικής ηλικίας. 
Για τον Ηράκλειτο το παιδί  είναι του κόσμου ο άρχων  
και ο παντοκράτωρ.
Και η διήγηση του Πλάτωνος, που αναφέρεται στο λόγο  
των ιερέων της Αιγύπτου,  πηγάζει από την ίδια εμπνοή. 
Ο Πλάτων στην εικόνα του παιδιού  περιέκλεισε όλη την ουσία  
του ελληνικού πνεύματος. 
Η απλότητα της πρότασης υποχρέωσε  το λόγο να είναι ιερατικός: 
Έλληνες αεί παίδες εστέ, γέρων δε Έλλην ουκ έστιν.

Κατά τρόπο ανάλογο ο Ιησούς αναγνωρίζει στα παιδιά 
και προσομολογεί δικαιώματα κληρονομίας στην ουράνια βασιλεία. 
Η φράση του ευαγγελιστή: ότι αυτών έστιν η βασιλεία 
και η ηρακλήτεια φράση: παιδός ή βασιλείη ακόμη 
και από εντελώς εξωτερική έποψη αιφνιδιάζουν.  
Ο Ιησούς εμπιστεύθηκε  τη δικαίωση του εξοχώτερου λόγου 
στον ταπεινότερο δέκτη.  
Το παιδί αποτελεί  το συμβολικό σημείο ομογνωμίας 
του προσωκρατικού Λόγου και της χριστιανικής διδασκαλίας.

Το τελευταίο παράδειγμα του Nietzsche είναι  
και το κατ' έξοχήν δραματικό. 
Γιατί δεν έχει μόνο γνωσιολογική σπουδαιότητα,  
αλλά συνοδεύεται και από μια συντριπτική ηθική φόρτιση.  
Ο Nietzsche δεν εδίδαξε απλώς τη βασιλεία του παιδιού,  
αλλά στο τέλος μεταμορφώθηκε και ο ίδιος σε παιδί. 
Το θεογονικό έπος του Zarathustra αρχίζει  
με το κεφάλαιο των τριών μεταμορφώσεων: 
Τρεις μεταμορφώσεις σε σας ξενοματίζω του πνεύματος: 
πως το πνεύμα καμήλα γίνεται και πως λιοντάρι η καμήλα 
και πως παιδί τέλος το λιοντάρι.

Ο Rilke στην παιδική ηλικία (Kindheit) 
βλέπει το περιεκτικό πλήρωμα μιας αθωότητας που προστατεύεται. 
Τα παιδιά εκπροσωπούν το αρχέγονο στάδιο της ανθρώπινης φύσης, 
κατά το οποίο είναι άγνωστη ακόμη η πτώση 
στην αδυναμία της ανθρώπινης δύναμης  
και η αιχμαλώσία στη φυλακή της νόησης. 
Η πράξη του παιδιού έχει την καθαρότητα της συμπεριφοράς του ζώου, 
ενώ δεν είναι ζώο,  αλλά και την προστασία του ηλικιωμένου ανθρώπου,  
ενώ δεν είναι άνθρωπος.
Αυτό τον αντιφατικό συνδυασμό της παιδικής ύπαρξης  
ο ποιητής τον δίνει με τη θεαματική σύνοδο 
της μαριονέττας και του αγγέλου (4,57). 
Η οντολογική μοναδικότητα του παιδιού του επιτρέπει 
να ζει έξω από το ασύνορο (η περιοχή του ζώου),  
αλλά έξω και από τον κόσμο της συνείδησης  
και της μοίρας (η περιοχή του ανθρώπου).  
Ενώ έχει την αθωότητα του ζώου δεν του λείπει η συνείδηση, 
και ενώ έχει την προστασία  του ανθρώπου,  
δεν γνωρίζει την ενοχή.  
Αλλ' εάν η αθωότητα πηγάζει από την ίδια του τη φύση  
(η αμεριμνησία του ανήλικου), την προστασία του την οφείλει 
σε πηγή έξω από τη φύση του  (η μέριμνα των ενηλίκων).

Επομένως το παιδί δεν ημπορεί να συστήσει κατάσταση αυτάρκειας.  
Η οντολογική του θέση  αποτελώντας ένα σημείο μεταβατικό 
με δύο διεξόδους και μία δυνατότητα εκλογής συνιστά 
το σκληρό σχήμα  του είτε... είτε.  
Είτε η επιστροφή στο ζώο (απροστάτευτη αθωότητα), 
είτε η προώθηση στον άνθρωπο (ένοχη προστασία). 
Ευτυχώς εκείνο που συμβαίνει είναι το δεύτερο δυστυχώς. 
Η ενηλικίωση του παιδιού συνεπάγεται την απόκτηση συνείδησης,  
το αναποδογύρισμα της όψης  του κόσμου (8, 6 - 8), 
την είσοδο στην απάτη του πολιτισμού  
και στη διαστροφή της ιστορίας.
Το παιδί δεν κατέχει την οντολογική αυτάρκεια,  
γιατί υποχρεούται να προχωρήσει στην κατάσταση του ενήλικου. 
Ο άνθρωπος όμως ημπορεί να κατακτήσει αυτή την αυτάρκεια, 
αν πετύχει να επιστρέψει στην κατάσταση του παιδιού, 
γεγονός που ο ποιητής θεωρεί δυνατόν. 
Ό,τι δεν ημπορεί το παιδί, επειδή γίνεται άνθρωπος,  
θα το ημπορέσει ο άνθρωπος, όταν γίνει παιδί.

Οι κάτοικοι του ενδοσύμπαντος της δεκάτης ελεγείας  
είναι πράγματι παράξενα όντα: Παιδιά που παίζουν, 
ερωτευμένοι που σιγομιλούν, 
οι ήμεροι σκύλοι και οι πρώιμοι νεκροί. 
Την επιστροφή του ανθρώπου στην κατάσταση του παιδιού  
ο Rilke την κατανοεί σαν το μεγάλο γεγονός της Αποκαστάστασης.  
Εάν ο άνθρωπος τρώγοντας για πρώτη φορά 
από το δέντρο της γνώσης κατάπεσε στην ενοχή, 
με τη μεταμόρφωσή του σε παιδί 
τρώγει για δεύτερη φορά  από το δέντρο της γνώσης  
και ξαναπέφτει στην αθωότητα. 
Αυτή είναι η απάντηση του Rilke  
στα καταδικαστικά συμπεράσματα του Kleist.  
Η επάνοδος τους ανθρώπου στο σύμπαν του παιδιού 
είναι η είσοδός του στο ενδοσύμπαν.

 Εκδ. Εποπτεία

Αρχείο

Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

Μαζί με 27 ακόμα followers

Αρέσει σε %d bloggers: